Από τον "ΕΠΙΤΑΦΙΟ" 
του Γιάννη Ρίτσου 

ΙV

Γιε μου, ποια Μοίρα στογραφε και ποια μου τόχε γράψει 
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν' ανάψει; 

Πουρνό - πουρνό μου ψύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης 
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης. 

Κοίταες μην έφεξε συχνά - πυκνά απ' το παραθύρι 
και βιαζόσουν σα νάτανε να πας σε πανηγύρι. 

Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι 
κι είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι. 

Και γω η φτωχειά κ' η ανέμελη και γω η τρελλή κ' η σκύλα, 
σούψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα 

Μια - μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θωρί 
κι αγαλλόμουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη. 

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ' έτρεξα ξοπίσω 
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω. 

Κι έφτασ' αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα 
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα. 

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
του Γιάννη Ρίτσου 

ΙΧ 

Ω Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα, 
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα. 

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου 
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου. 

Κι αν είσουν δίκειος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση, 
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει. 

Γιε μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι 
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει: 

Εμεί ταγίζουμε ζωή στο χέρι : περιστέρι, 
κ' εμείς ούτ' ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι. 

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα 
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα. 

Αχ, γιε μου, πια δε μούμεινε καμιά χαρά και πίστη, 
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη. 

Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ' ανοίγω, 
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο; 
 


Mail to SCANDALIS  Copyright© 1997-1999 Scandalis Previous page Home page Next page