ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ (απόσπασμα)
της Αλκυόνης Παπαδάκη 


Το χαμπέρι έφτασε και στο χωριό της πλαγιάς. Έφτασε σαν το κακό πουλί. Κι εσκέπασε σφιχτά με τις φτερούγες του τον ανθισμένο λόφο. Και τον έπνιξε. 
Πρωί πρωί η "κυρία είσοδος" του κόκκινου σπιτιού έκλεισε μ' ένα βρόντο σαν τη στριγγλιά. Και το μπρούτζινο χέρι με το δαχτυλίδι τινάχτηκε δυο φορές στον αέρα και χτύπησε δίχως σκοπό. Τακ. Τακ. 
Περάστε! είπε η μοίρα στη συφορά. Κι εκείνη πέρασε ευγενικά και εστρογγυλοκάθισε στον καναπέ, δίπλα στο μαντολίνο του Νικόλα και στα δαντελένια μαξιλαράκια της κυρίας Κατίνας. 
Κείνη τη μέρα μαζευτήκανε όλοι στο σπίτι της Σμυρνιάς. Από κει θα φεύγανε οι πέντε άντρες. 
"Θα 'ρθουμε πίσω", λέγανε. Γιατί προσοαθούσανε να δώσουνε κουράγιο στις γυναίκες. Και γελούσανε. Μα το γέλιο έπεφτε από το μισό τους χείλι σαν τ' αποτσίγαρο. Κι έσβηνε... 


 
Οι χωριάτες ήτανε δούλοι. Κι εσκύβανε τα μούτρα τους κι εφτύνανε, εβλαστημούσανε το Χριστό, την Παναγία, τον άπιστο Θωμά. Μα  
τίποτα δεν έβγαινε. Ένα τσούρμο γαϊδούρια που τα πιλαλούσανε οι Γερμανοί, τα δέρνανε στον πισινό, τα φορτώνανε παραπάνω απ' όσο βαστούσανε τα κότσια τους κι ύστερα τα κάνανε γούστο που γλιστρούσανε και γονατίζανε στις κακοτοπιές. "Την Παναγία σας", ελέγανε μέσα του οι χωριάτες. Μα στο μούτρο τους σερνότανε ένα χαμόγελο νερουλό, που 'γλειφε τα χείλια και τα μάγουλα. Έγλειφε - κι ύστερα έλιωνε και σούρωνε στο χώμα πίκρα και χολή. 
Τις νύχτες οι αρσενικοί ξεθυμαίνανε απάνω στις γυναίκες. Και πολύ το φχαριστιόντανε που ένα μέρος του κορμιού τους δεν ήτανε σκλαβωμένο στους Γερμανούς. Κι αφού δεν εμπορούσανε να βλάψουνε αλλιώς τον εχθρό, τονε πηδούσανε καλά καλά τον άτιμο και του αλλάζανε τον αδόξαστο στα σκέλια μέσα των γυναικών. Και καλά του κάνανε, δηλαδή. "Του Έλληνος ο τράχηλος", που λένε. 
Κι εγέμισε κείνη τη χρονιά το χωριό μωρά και γκαστρωμένες.


Mail to SCANDALIS  Copyright© 1997-1999 Scandalis Previous page Home page Next page