ΜΠΕΣΑ ΓΙΑ ΜΠΕΣΑ ή Ο ΑΛΛΟΣ ΦΩΤΗΣ (απόσπασμα)
του Νίκου Μπακόλα


Το σωτήριον έτος 1920, μέρα καλοκαιριού, κοντά στο σούρουπο, ο περί ου ο λόγος Φώτης ανέσυρε από τον κόρφο του, σαν να 'σκεζε ή να 'σκαβε τα στήθια του - γιατί ακούστηκε καλά και το ακούσανε το βογκητό του οι πάντες -, ανέσυρε το μεθυσμένο του μαχαίρι και, με μια κίνηση μονάχα, έκοψε το λαιμό του ενωμοτάρχη πέρα για πέρα και γέμισε τον τόπο αίματα, τα ρούχα τους - του άλλου, τα δικά του - και το χωματένιο δάπεδο του καφενέ, σ' εκείνο το ασήμαντο χωρίον Μεταξάς, στα όρη, στα βουνά. Και μείνανε τα στίγματα αιωνίως, εκεί όπου πέσανε και λέκιασαν τον κόσμο. Κι ακόμα παραπέρα, όπου τα περπάτησε εκέινος, ο εκτελεστής, σε βουνά και σε ρουμάνια, σε χορτάρια και σε πρόβατα, σε νερά κι αγέρηδες, τα αίματα.
Κι έμεινε η κραυγή, σαν κλαγγή παλιάς καμπάνας, "σου το 'χα τάξει, ωρέ τράγο, να σε σφάξω όρθιον!" που φώναξε ο Φώτης με βραχνάδα και γινάτι, λες κι ήθελε να δικαιολογηθεί, μ' όλο που, όπως αποδείχτηκε, ποσώς τον ένοιαζε, ούτε και το ψηφούσε, για το από κει και πέρα. Κι όντως του το 'χε τάξει του ενωμοτάρχη, εκείνου του θρασύτατου κορτάκια. Και μ' όλο που όλ' αυτά θυμίζουνε τεθνεούσες ανθοδέσμες και παλιά τραγούδια θλίψης, τυλιγμένα πλέον σε σάβανα - εδώ και χρόνια χωματένια και κιτρινισμένα -, όντως του το 'χε τάξει αναψοκοκκινισμένος του ενωμοτάρχη, εκεί στον ίδιο καφενέ, βεβαίως χαμηλόφωνα, πάντως βαριά κι ασήκωτα, με έγνοια να διαφυλάξει το καλό του όνομα, του ίδιου δηλαδή, μα και συγγενών του, προσφιλών, ιδιαιτέρως της ξαδέρφης του Μαρίας, που μάλλον στάθηκε, ακούσια, η πέτρα του σκανδάλου, αναντιρρήτως βέβαια και η αιτία της σφαγής του ενωμοτάρχη, που πήγαινε γυρεύοντας να φάει το κεφάλι του, να του το φάνε.
Γιατί ο Φώτης, που 'χε πρόσφατα απολυθεί απ' τον στρατό κι ήταν στη δούλεψη του μπάρμπα του, στη στάνη, επί μέρες, εβδομάδες μακριά απ' το χωριό, είχε ρωτήσει κι είχε μάθει ότι ο ενωμοτάρχης έστηνε καρτέρια στην ξαδέρφη του Μαρία και την κόρταρε ασύστολα και φορτικά - το είχε ομολογήσει ενοχλημένη και η ίδια, πως ούτε ως τη βρύση του χωριού δεν ξεμυτούσε, δεν τολμούσε, όταν την είχε ανακρίνει ο Φώτης, αναρωτώμενος συχνά αλλά υποψιαζόμενος για τη μελαγχολία της - καμιά φορά καυχιότανε κιόλας ο άλλος, στον μοιραίο καφενέ, τόσο που τον προειδοποίησε ο Φώτης, "μακριά απ' την ξαδέρφη μου, γιατί θα αρπαχτούμε άσχημα!". Μόνο που ο άλλος, εξουσία ντε, τον ειρωνεύτηκε, κάτι του είπε πως τον έθρεφε καιρό, τον Φώτη, η πατρίς (μα ποιος μιλούσε;) κάτι πως δε θα τον φοβότανε, έναν τσαρουχοκλέφτη, το χειρότερο πως το ωραίο πρέπει να εκτιμάται, να θαυμάζεται, αρειμανίως. Κι έτσι, με τη συνεχιζόμενη αποκοτιά του, τις πολιορκίες του, δεν πρόλαβε ούτε να σύρει το πιστόλι του, παρά κυλίστηκε ο άμυαλος - σφαχτάρι σκέτο, άπνοος τελειωμένος.


Mail to SCANDALIS Copyright© 1997-1999 Scandalis Previous page Home page Next page