ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ
της Διαλεχτής Ζευγώλης-Γλέζου


Πως να μη σβήσει στην καρδιά του ανθρώπου η φλόγα,
αφού τα πρότυπα όλα έχουνε σβήσει;
Το τζάκι στη γωνιά, που εθερμολόγα
θυμάρι κι αγριελιά και κυπαρίσσι,
το λυχνάρι, που άμετρα χρόνια κάθε βράδι,
θρεμμένο απ' το γλυκό ευωδάτο λάδι,
το μυστικό στη μέση εχάραζε σκοτάδι;

Πως να μη σβήσει στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα,
αφού τα πρότυπα όλα έχουνε σβήσει,
σαν δεν υπάρχει θράκα πια μήτε τσιμπίδα,
να την πάρει τη στάχτη να σκαλίσει,
να βρει μια σπίθα εκεί κρυμμένη, να μπορέσει
με το καινούργιο προσάναμμα να δέσει
το ξύλο το παλιό, που πια έχει πέσει;

Πως να μη σβήσει στην καρδιά του ανθρώπου η θέρμη,
αφου κρυώνει από τη γέννησή του;
Νήπιο γυμνό σε παγωμένα χέρια τρέμει
μιας "αδελφής", που δεν είναι αδερφή του.
Ποια μάνα είναι κοντά του, όταν νυστάξει,
με γάλα μητρικό να το βυζάξει,
όπως η φύση ορίζει, ως είναι η τάξη;

Πως να μη σβήσει στην καρδιά του ανθρώπου η αγάπη;
Στα γόνατά της ποια γιαγιά παιδί να το καθίσει,
να του ιστορήσει για το δράκο ή τον αράπη
και με τραγούδια ζεστά να το κοιμίσει;
Ποιος κρύβει με δέος τώρα το κεφάλι
πάνω από το μικρό το προσκεφάλι
σταυρό ή ψωμί στην κούνια του να βάλει;

Ποιος στοργικός πατέρας το μαλλιά του
με τα χοντρά του δάχτυλα χτενίζει,
και ποιος παλιός παππούς στην αγκαλιά του
με τραγούδι λεβεντιάς το αποκοιμίζει;
Σε ξένο ή στο δικό του σπίτι μεγαλώνει
χωρίς γλυκιά φροντίδα να μερώνει
τη μικρή καρδιά του, που είναι μόνη.

Πως να μη σβήσει στο μυαλό του ανθρώπου η φαντασία,
αφου στη στια το παραμύθι έχει πεθάνει,
αφου ψηλά ο αστερισμός του Γαλαξία
δεν είναι πια η σκιά, όπως ήτανε, του Ιορδάνη;
Τώρα ποιο τρυφερό αδερφάκι να μας πάρει
να ταξιδέψουμε νύχτα στο φεγγάρι
μ' αλογατάκι δίχως χαλινάρι;


ΣΤΕΡΝΟΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΕΡΝΟΥΣ
της Διαλεχτής Ζευγώλης-Γλέζου


Εμείς εδώ θα μείνομε στερνοί με τους στερνούς,
στο ωραίο κάποτε ψηλό βουνίσιο μας χωριό
με τις μαρμάρινες αυλές, τις μαρμαρένιες σκάλες,
τους μαρμαρένιους κύλινδρους και τους ψηλούς ανεφανούς.
Εμείς εδώ θα μείνομε στερνοί με τους στερνούς,
εδώ στο πατρικό χωριό, στο λιγοστό εδώ χώμα,
που εμοσχομύριζαν κι οι στέγες μας ακόμα
κάθε χειμώνα απ' τους κρουστούς ευωδιαστούς καρπούς.

Εδώ στο πατρικό χωριό, στο λίγο χώμα,
που ανθούσανε στα λιακωτά των κοριτσιών τα γέλια,
που όλο βουνά και λαγκαδιές και αμπέλια.
Εδώ στο πατρικό χωριό, στο λίγο χώμα,
που τραγουδούσε κάποτε, σαν ένα στόμα,
την ερημιά θα κλαινε οι κουκουβάγιες.

Εμείς εδώ θα μείνομε στο πατρικό χωριό.
Χωρίς φτερά πως θα γυρνάνε οι μύλοι;
Μαύρα φτερά θ΄απλώσει γύρω η σιωπή
και θ' αποκοιμηθούνε αργά και οι θρύλοι.

Εμείς εδώ θα μείνομε στερνοί με τους στερνούς,
εδώ στο πατρικό χωριό, στο λιγοστό εδώ χώμα,
κι ο κρύος θα γελάει μαζί μας ο άνεμος.
Θα δρασκελάει τα πλατιά κατώφλια ο κρύος ο άνεμος,
θα ξεριζώνει τους ξερούς βασιλικούς
και θα σφυροκοπάει στους αψηλούς ανεφανούς
με πλατύ στόμα.

Εμείς εδώ θα μείνομε στερνοί με τους στερνούς.
Θα μας ξυπνάνε αργά τα νυχτοπούλια
τ' άγρια μεσάνυχτα, που θ' ανεβαίνει η πούλια
ξέγνοιαστη στους γαλάζιους ουρανούς.

Θ' αργοχτυπάει μες στα μεσάνυχτα η καμπάνα,
θ' αργοχτυπάει θλιμμένα εσπερινό,
θα σκύβουν οι νοικοκυρές στα παραθύρια,
ν' απιθώνουν στη γωνιά τα θυμιατήρια
κι ο καπνός θα τραβάει στον ουρανό.

Οι ζευγάδες θα γυρνάνε απ' τ' ακρωτήρια
με τα σύνεργά τους σκευρωμένα.
Οι βοσκοί θα γυρνάνε απ' τα κοπάδια
με τα κουδούνια τους τραχιά και σκουριασμένα,
και στριγγά θ' αλυχτάνε οι σκύλοι στα σκοτάδια.

Όλοι θα τριγυρνάνε τότε οι χωριανοί στα στενορύμια,
στοιχειωμένοι στο χωριό το στοιχειωμένο.
Πόσες χιλιάδες ψυχές από τα ξένα
κι από το κοιμητήρι εδώ το ρημαγμένο.

Λεβέντικες ψυχές θα τραγουδάνε
τους παλιούς μας σκοπούς, τα ωραία τραγούδια,
στη ζώνη τους, στο αυτί τους θα 'χουνε λουλούδια.

Οι γριές με τις μαύρες τους μαντήλες
θα ροκίζουν καθισμένες στα καντούνια,
τα παιδάκια θα ξυπνάνε από την κούνια
κι οι μανάδες θα γυρνάνε από τη βρύση,
κι η ερωτεμένη η νια θα βγαίνει να ποτίσει
τα μυριστικά στο λιακωτό της,
για να δει, που θα διαβαίνει, τον καλό της.
Θα πηγαίνουν τα παιδάκια στο σχολειό
με τις κεντημένες σάκες τους στον ώμο,
κι όπως μια φορά κι έναν καιρό,
το πατρικό βουνίσιο μας χωριό,
θα γλεντοκοπάει στο στοιχειωμένο δρόμο.

Εμείς εδώ θα μείνουμε στερνοί με τους στερνούς,
κι ας είναι σε όλο το χωριό σβηστές οι εστίες,
κι ας στέκονται στα δώματα φαντάσματα οι ανεφανοί.

Απ' τ' ανοιχτά παράθυρα θα μπαίνει ο κρύος ο άνεμος,
θα σεργιανάει σφυροκοπώντας στα έρμα σπίτια,
στ' άδεια κατώγια σκοτεινός θα ορμά,
στα κιούπια τ' άδεια θα σφυράει και θ' ανεβαίνει,
θα ψάχνει τις γωνιές και θα σαρώνει
τις αράχνες απ' τις στέγες κι απ' τα ράφια,
θα ξεκρεμάει από τους τοίχους ό,τι απόμεινε,
που, ανάξιο, δεν ταξίδεψε στα ξένα.
Θα μας σφυράει στ' αυτί μια γλώσσα παγερή,
που σύγκορμους θα μας ταράζει ως μες στα φρένα.
Θ' αναμαλλιάζει τα κεφάλια μας τα ολόλευκα
και θα γελάει χωρίς να σκιάζεται κανένα.
Σαν βρίσκει σε θυρίδες ραγισμένες
κάνα παλιό σουράβλι, ξεχασμένο
απ' τον καιρό που εβόσκανε οι βοσκοί μας
χιλιάρμενα στα γύρω βοσκοτόπια,
με τα μακριά δαχτύλια θα το αδράχνει
και με την κρύα θα φυσάει ανάσα
παλιούς σκοπούς στο τσακισμένο άδειο καλάμι.
Και τότε θα ξυπνάνε τα κοπάδια,
το απόμακρο θ' ακούγεται αχολόι,
σαν σιγανό ανοιξιάτικο ποτάμι,
των μύριων κουδουνιών, που μες στη νύχτα
θα σαλαγάνε τα βοσκόπουλα εδώ γύρα,
στα διάσελα, στις ρεματιές και στα λαγκάδια.
Των σκυλιών τα γαυγίσματα θα φτάνουν
σαν φοβέρα στην κατάπληκτη ακοή μας.
Άφωνες θα χτυπούν οι σκιές στη θύρα,
στη θύρα του σπιτιού, τη γονική μας.
Θα κρώζουνε τα νυχτοπούλια στα κατώφλια μας,
θα φύγουνε σιγά σιγά τα χελιδόνια,
κι αγάλια η κάθε μέρα που περνά
θα κουβαλάει μαζί της κάποιο αχνάρι,
κάποιο σημάδι του ωραίου μας του χωριού,
ένα λαγήνι, ένα μεθύρι, ένα πιθάρι, ένα λυχνάρι,
θα κουβαλάει μια πέτρα, ένα λιθάρι.
Έτσι σιγά σιγά θα σβήσει απ' την πλαγιά
του δροσερού πολύκορφου βουνού.
Έτσι σιγά σιγά και πένθιμα θα ρέψει,
θα μαραθεί, σαν ένα ρόδο, και θα πέσει
στου νερού τη δυνατή πλατιάν αγκάλη,
θα κατεβεί μαζί του ως τ' ακρογιάλι,
κι εκεί το θυμωμένο κύμα του Αζαλά
γυαλιστερά χοχλίδια θα τορνέψει.


Mail to SCANDALIS  Copyright© 1997-1999 Scandalis Previous page Home page Contents